«

»

Σεπ 26 2012

Εκτύπωσέ το Άρθρου

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ. ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

Ετυμολογία της λέξης ετυμολογία. Ετυμολογικό λεξικό της Ελληνικής γλώσσας ( ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ) .
Στην εισαγωγή του, εξηγώ τον τρόπο με τον οποίο συγγράφηκε και το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Ισχυρίζομαι ευθέως ότι θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της ετυμολογίας της ελληνικής γλώσσας στην ορθή του βάση.
Αυτό σημαίνει επίσης πως θεωρώ ότι όλοι οι προηγούμενοι ετυμολόγοι βάδισαν σε λαθεμένα ετυμολογικά μονοπάτια. Δηλώνω ότι αναλαμβάνω αβασάνιστα το οποιοδήποτε κόστος συνεπάγεται αυτή μου η έπαρση. Καταθέτω επιχειρήματα στη συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση, το καλύτερο που μπορώ να πράξω είναι να παραπέμψω τον κάθε ενδιαφερόμενο σ’ αυτό καθ’ εαυτό το έργο.

Η λέξη ετυμολογία παρήχθη εκ των έτυμος και λόγος.

Η έτυμος, που σημαίνει αληθής, βέβαιος, από την ετεός, (ετεός > ετο-ός > έτυ-μος, ο>υ).

Η ετεός που θα πει αληθής, πραγματικός, γνήσιος, προέρχεται εκ του εσ-τί (σ>τ) που θα πει είναι, (η προστακτική του ειμί είναι είτ-ω), γ΄ πρόσωπο του ειμί.

Για το ειμί (ρίζα ε- ) διαβάζουμε από το λεξικό:

ειμί [ρίζα  ε (έϊ, ει, η), το φωνήεν δια του οποίου απευθύνεται κανείς σε κάποιον συνάνθρωπό του, για να τον καλέσει  ή  για να προκαλέσει την προσοχή του. Οι γραμματικοί αποδέχονται ρίζα εσ- (εσ-τί) και το ειμί από το εσμί. Εάν αυτό αληθεύει, διότι υπάρχουν τύποι αρκετοί δίχως το  σ (εντί, ειμέν, είναι, είω  κ.ά.), τότε είναι πιθανόν να προέρχεται από το εε..σσ.., όπως και τώρα λέγεται, όταν καλούμαι έναν άγνωστο, έστω και αγενώς θεωρούμενο. Ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι η γλώσσα ξεκίνησε την πορεία της, εξερχόμενη από στόματα πρωτόγονων ανθρώπων]- υπάρχω, είμαι σε κάποιον τόπο, επί περιστάσεων που έχουν συμβεί, ως το κατ’ εξοχήν υπαρκτικό ρήμα.  εσμί, είναι (απαρ. του ειμί), εστί και έστι και εσσί (στ>σσ) και εντί (όλα γ΄ προσωπ. ενικ. του ειμί), έμμι και είμαι ( = ειμί), έσκε (αντί του ην, γ΄ ενικ. παρατατ. του ειμί), εσκεμμένως (έσκε), έξαστις (εξ + εστί, ε>α)- ξέφτισμα σχισθέντος υφάσματος, κροσσός, θύσανος,  αυθεντικός (αυτός + εντί)- έγκυρος, γνήσιος,  αυθεντία, αυθεντικότης, εστώ (εστί)- ουσία, απεστώ (από), ευεστώ (ευ), κακεστώ (κακός), εσσία (εστώ, στ>σσ).

Βασδέκης Ν. Σταύρος

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://athriskos.gr/663

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *